Κακοσμία στόματος

Κακοσμία στόματος

Κακοσμία του στόματος ονομάζεται η δυσάρεστη οσμή που διαπιστώνεται από την αναπνοή ενός συνανθρώπου μας. Σε κάποιες κοινωνίες αφορά ακόμη και το 50% του πληθυσμού, ενώ είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι το πρόβλημα σε 9 στους 10 πάσχοντες, οφείλεται σε αίτια που σχετίζονται με την υγεία της στοματικής τους κοιλότητας!

Η κακοσμία διακρίνεται σε αληθινή κακοσμία (η οποία μπορεί να είναι είτε φυσιολογική, είτε παθολογική), σε ψευδοκακοσμία και σε κακοσμιοφοβία.

Η αληθινή κακοσμία είναι αυτή που διακρίνεται όχι μόνο από τον πάσχοντα αλλά και από τον περίγυρό του. Μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί και από τον οδοντίατρο και  εμφανίζεται άλλοτε περιστασιακά και άλλοτε μόνιμα.

Ψευδοκακοσμία είναι η κατάσταση όπου ο ασθενής πιστεύει ότι έχει κακοσμία, ωστόσο ο οδοντίατρος δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει με αντικειμενικά κριτήρια.

Κακοσμιοφοβία, είναι η κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής που έπασχε από αληθινή κακοσμία εξακολουθεί να πιστεύει ότι το πρόβλημά του υφίσταται ενώ αυτό έχει θεραπευθεί επιτυχώς, όπως επίσης και η περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής που έπασχε από ψευδοκακοσμία μετά από placebo θεραπεία εξακολουθεί να νομίζει ότι πάσχει. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα αίτια είναι κυρίως ψυχολογικά και η θεραπεία είναι αντικείμενο άλλης ιατρικής ειδικότητας.

Η προσωρινή κακοσμία θεωρείται φυσιολογική ή αναμενόμενη, διότι δεν είναι αποτέλεσμα παθολογίας, αλλά συνήθως σχετίζεται με την πρόσληψη συγκεκριμένων τροφών (σκόρδο, κρεμμύδι, κ.α.), με συνήθειες όπως λόγου χάρη το κάπνισμα, αλλά και από την συσσώρευση επιχρίσματος στο πίσω μέρος της ράχης της γλώσσας και υπολειμμάτων τροφής στα μεσοδόντια διαστήματα ή κάτω από προσθετικές.

Η παθολογική κακοσμία μπορεί να είναι άλλοτε εξωστοματικής  και άλλοτε ενδοστοματικής προέλευσης.

Στην πρώτη περίπτωση τα αίτια αναζητούνται σε προβλήματα που σχετίζονται με τον ρινοφάρυγγα και το ανώτερο και κατώτερο αναπνευστικό σύστημα και αποτελούν αντικείμενο ωτορινολαρυγγολόγων και πνευμονολόγων, με το γαστρεντερικό σύστημα και αποτελούν αντικείμενο γαστρεντερολόγου ή/και χειρουργού, με συστηματικά νοσήματα όπως λόγου χάρη η ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, η κίρρωση του ήπατος, ο σακχαρώδης διαβήτης, μεταβολικές διαταραχές, ακόμη και κάποιες μορφές καρκίνου. Μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της χρόνιας λήψης συγκεκριμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και κακής διατροφής οπότε τη λύση δίνει ένας διατροφολόγος.

Τα ενδοστοματικά αίτια της παθολογικής κακοσμίας έχουν άμεση συσχέτιση με το συνολικό μικροβιακό φορτίο αυτής, τη στοματική υγιεινή και την στοματική υγεία. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης λευκού επιχρίσματος στη γλώσσα ή ύπαρξης περιοδοντικών νοσημάτων. Μπορεί επίσης να οφείλεται σε αθεράπευτες  βαθιές τερηδόνες, ξηροστομία, παραμονή υπολειμμάτων τροφών κάτω από προσθετικές αποκαταστάσεις και σε πλημμελή στοματική υγιεινή και φροντίδα. Το επίχρισμα ευθύνεται για κακοσμία σε ποσοστό περίπου 40%, ενώ τα περιοδοντικά νοσήματα σε ποσοστό περίπου 15%. Συγκεκριμένα μικρόβια της στοματικής κοιλότητας τα οποία σχετίζονται τόσο με το επίχρισμα της γλώσσας όσο και με τα περιοδοντικά νοσήματα, μεταβολίζουν τα ποικίλα μεταβολικά υποστρώματα της στοματικής κοιλότητας και παράγουν κάκοσμες πτητικές ουσίες, όπως θειούχες ενώσεις, πολυαμίνες, ινδόλες, λιπαρά οξέα κ.α.

Η διάγνωση της κακοσμίας τίθεται μετά από λεπτομερή λήψη και αξιολόγηση ιατρικού και οδοντιατρικού ιστορικού, κλινική εξέταση της στοματικής κοιλότητας, των δοντιών, του περιοδοντίου και της γλώσσας για την ύπαρξη λευκωπού επιχρίσματος, και την οργανοληπτική εξέταση, με ιδία αξιολόγηση και διαπίστωση από τον οδοντίατρο της εν λόγω κακοσμίας. Ενδιαφέρον είναι ότι στην περίπτωση που πρόκειται για κακοσμία ενδοστοματικής προέλευσης αυτή διαπιστώνεται μόνο όταν ο ασθενής εκπνέει από το στόμα. Αντίθετα,  όταν πρόκειται για εξωστοματικής προέλευσης κακοσμία, αυτή διαπιστώνεται και όταν ο ασθενής εκπνέει από τη μύτη.

Η θεραπεία της κακοσμίας ενδοστοματικής προέλευσης σχετίζεται άμεσα με την αντιμετώπιση της αιτίας που την προκαλεί. Πιο συγκεκριμένα μπορεί να σχετίζεται με αλλαγή των διατροφικών συνηθειών αλλά και με την βελτίωση της στοματικής υγιεινής, την καθημερινή και αποτελεσματική απομάκρυνση του επιχρίσματος της γλώσσας, την θεραπεία των περιοδοντικών νοσημάτων που αποδεδειγμένα συμμετέχουν στο πρόβλημα, την αποκατάσταση των τερηδόνων και την αντικατάσταση κακότεχνων προσθετικών αποκαταστάσεων. Συμπληρωματικά μπορούν να δοθούν και ουσίες που καταπολεμούν την δράση των πτητικών θειούχων ενώσεων που παράγουν τα μικρόβια, όπως οδοντόκρεμες, στοματικά διαλύματα, σπρέι, τσίχλες κ.α.